Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Ψευδαισθήσεις, μελαγχολία, ελπίδες


Το αποτέλεσμα των πρόσφατων ευρωεκλογών είναι τέτοιο που συντηρεί ψευδαισθήσεις, επιφέρει στοχαστική μελαγχολία, και δημιουργεί ελπίδες. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Πρώρα οι ψευδαισθήσεις. Το ποσοστό της ΝΔ (δεύτερο κόμμα με διαφορά 4 μονάδων από τον πρωτεύσαντα ΣΥΡΙΖΑ) είναι, όπως λένε τα παπαγαλάκια του συστήματος, «πολιτικά διαχειρίσιμο». Αυτό θα πει ότι δίνει στον Σαμαρά την ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσει να εξακολουθεί να κυβερνά. Θα διαπιστώσει, βέβαια, μετά τη θερινή ραστώνη ότι θα δυσκολευθεί. Στο μέτρο που έχει καμφθεί (έστω χωρίς να συντριβεί) η νομιμοποίηση της κυβέρνησης, πλήττεται η κυβερνησιμότητα της χώρας, ιδιαίτερα η ικανότητά του πρωθυπουργού να πάρει μεγάλες, δύσκολες αποφάσεις (διαπραγμάτευση για το χρέος, ιδιωτικοποιήσεις, ασφαλιστικά ταμεία, κλπ). Οι όροι των δανειστών, πολλοί από τους οποίους επιφέρουν τον εξορθολογισμό του κράτους, θα υλοποιούνται όλο και πιο δύσκολα, αφού οι υπουργοί θα έχουν ως πρώτη έγνοια τους την πολιτική τους διάσωση στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές.

Η κυβέρνηση θα αμφισβητείται διαρκώς, τόσο από την ισχυροποιημένη αξιωματική αντιπολίτευση, όσο και από κομμάτια του ΠΑΣΟΚ, το οποίο για να επιβιώσει, θα αναζητεί λόγους διαφοροποίησης από την κυβερνητική πολιτική. Οι τριβές και η απορρέουσα ρευστότητα θα αποτυπωθούν, στη συνέχεια, και σε δημοσκοπήσεις, θα αρχίσουν να εμφανίζονται και τα σχετικά δημοσιεύματα στον έγκυρο ξένο Τύπο, με συνέπεια να απομειώσουν περαιτέρω το πολιτικό κεφάλαιο Σαμαρά. Εν ολίγοις, η εκλογολογία θα ενταθεί, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αμφισβητεί καθημερινά την νομιμοποίηση της κυβέρνησης, οι κυβερνητικοί πολιτικοί θα ενεργούν όλο και περισσότερο με το ένστικτο της προσωπικής τους επιβίωσης. Σε ένα τέτοιο κλίμα οι εκλογές δεν θα αργήσουν, η κυβερνησιμότητα της χώρας θα μειωθεί.

[Όλα αυτά, βέβαια, συνιστούν μια ακόμα εκδήλωση της ελλαδικής παθολογίας - της αδυναμίας μας να διεξάγουμε το πολιτικό παιχνίδι με κανόνες, ένας από τους οποίους είναι ότι οι εκλογές γίνονται στην ώρα τους, ότι το Σύνταγμα δεν γίνεται εργαλείο κομματικών επιδιώξεων, ότι σε μια λειτουργική δημοκρατία δεν μπορούν να υπάγονται οι επιμέρους εκφάνσεις του δημόσιου βίου στην κομματική τιτανομαχία για την εξουσία. Αλλά αυτά είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία].

Οι ψευδαισθήσεις όμως δεν σταματούν εδώ. Η εκλογική επίδοση του ΠΑΣΟΚ (η μάσκα της «Ελιάς» δεν ξεγελά κανέναν, στο μέτρο που οι συνιστώσες της είναι ο Λοβέρδος και ο Μόσιαλος, πρώην υπουργοί του ΠΑΣΟΚ!) είναι τέτοια που του δίνει την ψευδαίσθηση να νομίζει ότι είναι ακόμα ζωντανό! Πρόκειται για ένα κατ' εξοχήν καταπραϋντικό αποτέλεσμα, το οποίο αφενός μεν αποτρέπει την άμεση αμφισβήτηση του Βενιζέλου (άρα διασφαλίζει προσωρινή ηρεμία), αφετέρου δε αποτρέπει, για μιαν ακόμα φορά, τον χώρο αυτό από τον γενναίο αναστοχασμό, δίνοντάς του τη δυνατότητα να συνεχίσει να πορεύεται λίγο-πολύ ως έχει, με όλα τα λουλούδια στο βάζο (από τον Πρωτοπαππά και τη Γεννηματά, μέχρι τον Κουκουλόπουλο και την Αντωνίου!). Είναι, στην ουσία, κλινικά νεκροί, αλλά νομίζουν ότι διέφυγαν τον κίνδυνο! Στα συστημικά ΜΜΕ, βέβαια, προβάλλεται η «σωτηρία» του ΠΑΣΟΚ (το γεγονός δηλαδή ότι ό ασθενής βγήκε από την εντατική και εισήλθε στη μονάδα παρηγορητικής φροντίδας) ως επίτευγμα! Μυωπικά ενεργούντες, νοιάζονται περισσότερο για την επιβίωση των πυλώνων του καταρρέοντος συστήματος, παρά για την ανίχνευση των υπόγειων διαδρομών που λαμβάνουν χώρα στην ελλαδική κοινωνία.

Δεύτερο, η στοχαστική μελαγχολία. Ένα από τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα των ευρωεκλογών δεν είναι η αντοχή του ΠΑΣΟΚ, αλλά η αντοχή της Χρυσής Αυγής. Στην ελλαδική κοινωνία υπάρχει απίστευτη οργή (ακόμα και «μίσος», όπως μούλεγε ένας ταξιτζής τις προάλλες) για το «σύστημα» που κατέστρεψε τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Μόνο ένας υποκριτής ηθικολόγος ή ένας αφελής ρασιοναλιστής απλώς καταδικάζει αυτό το γεγονός, δίχως να εμβαθύνει στη γένεσή του. Όπως έχω γράψει σε ένα προγενέστερο (και σε ανύποπτο χρόνο) άρθρο μου, αντλώντας από τα έννοιες του αείμνηστου Αλμπερτ Χίρσμαν, οι άνθρωποι προσφεύγουν στην κυριολεκτική ή συμβολική βία όταν δεν βλέπουν δυνατότητα «εξόδου», ενώ νοιώθουν ότι η «φωνή» τους δεν ακούγεται. Η ΧΑ είναι παράγωγο του «συστήματος», υπάρχει ως κατοπτρικό του είδωλο: εκφράζει τη βία που θα ήθελε να ασκήσει στο «σύστημα» (ανταποδίδοντας τη βία που υπέστη) ο πληβειοποιημένος ανθρωπάκος, αλλά δεν μπορεί.

Τρίτον, η ελπίδα. Για πρώτη φορά, μέσα σε 3 μόλις μήνες, ένα νεόκοπο κόμμα, το «Ποτάμι», από το πουθενά, πήρε το αξιοσημείωτο 6,6%. Πρόκειται όχι μόνο για «άθλο» όπως σωστά παρατήρησε ο ιδρυτής του, αλλά για ένα ευοίωνο αποτέλεσμα – ανοίγει προοπτικές. Είχαμε κι άλλα κόμματα του ριζοσπαστικού κέντρου στο παρελθόν, αλλά αυτό είναι το μόνο που φτούρησε. Το «Π» εξέφρασε με υπεύθυνο, αδογμάτιστο, φιλοευρωπαϊκό τρόπο, το άφθαρτο, αξιόπιστο, και εξωσυστημικό πολιτικό στοιχείο που έχει ανάγκη η χώρα. Με το 6,6 % το «Ποτάμι» άρχισε ήδη να φουσκώνει. Από τις επιλογές που θα κάνει από δω και πέρα, εξαρτάται πόσο μεγάλο θα γίνει. Η εξαέρωση της ΔΗΜΑΡ και της Δράσης το καθιστά τον κύριο ποταμό (mainstream) του εξωσυστημικού, προοδευτικού μεταρρυθμισμού. Θα αναπτυχθεί αν οργανωθεί και σχεδιάσει με στρατηγική τα επόμενα βήματά του. Ως πολύτιμη δεξαμενή ψήφων, θα το προσεγγίσει, βεβαίως, ο πάντοτε αρπακτικός κ. Βενιζέλος, στο όνομα της δημιουργίας της «κεντροαριστεράς». Ελπίζω το «Π» να μην πέσει στην παγίδα. Η ιστορική κεντροαριστερά, όπως τη γνωρίσαμε, έχει χρεοκοπήσει ηθικοπολιτικά. Δεν έχει κανένα λόγο το «Π» να δώσε φύλλο συκής σε φθαρμένα άτομα του συστήματος (για να το πώς όσο πιο ευγενικά μπορώ) τύπου Λοβέρδου και Βενιζέλου, το φύλλο συκής που χρειάζονται για να κρύψουν την πολιτική γύμνια τους και τις ιδιοτελείς επιδιώξεις τους.

Ως συνήθως, για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ. Η ελληνική οικονομία και οι βιοτικές συνθήκες των πολιτών άλλαξαν ριζικά. Μόνο ένας αφελής δεν βλέπει ότι αντιστοίχως θα αλλάξει και η πολιτική ζωή. Τα συστημικά κόμματα της μίζας και της χρεοκοπίας θέλουν να μας πείσουν ότι το αύριο μπορεί να είναι διαφορετικό από το χθες, νοουμένου ότι αυτά θα εξακολουθούν να κρατάνε το πηδάλιο της χώρας. Είναι απίθανο να συμβεί, όπως το φαντάζονται τουλάχιστον. Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση θα καλούμαστε να ρισκάρουμε την αυθεντική πολιτική μας αναγέννηση (προσοχή, όχι αναπαλαίωση, όπως επιζητεί ο νεοδημαγωγός κ. Τσίπρας). Όσο ο «συντηρητικός» μας εαυτός υπερισχύει του «ριψοκίνδυνου» εαυτού, το πολιτικό τέλμα θα συνεχίζεται. Όταν ο «ριψοκίνδυνος» εαυτός πάρει το πάνω χέρι, τότε θα έχουμε δημιουργήσει τις συνθήκες της υπέρβασης. Δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβεί και δεν γνωρίζουμε πώς θα συμβεί. Όπως τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, η ιστορία είναι δημιουργία. Το τίμημα για κάθε καινούριο στην επιστήμη, στην αγορά, στην πολιτική, είναι η διακινδύνευση. Αν δεν ρισκάρεις, δεν θα αμειφθείς. Ζητούνται ηγέτες που θα καταφέρουν να πείσουν τον πολίτη ότι αξίζει να ρισκάρει, αν δεν θέλει να ζει μέσα στα λύματα που παράγει ένα διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό σύστημα.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Κ. Τσούκα συμφωνώ με όσα λέτε. Επιτρέψτε μου να προσθέσω κάποιες δικές μου σκέψεις ως προς την... ελπίδα. Νομίζω ότι το Ποτάμι πρέπει να πάψει να λέγεται Ποτάμι... Η ονομασία παραπέμπει σε μια κατάσταση «χύμα», στην οποία είμαστε περαστικοί, μια κατάσταση αέναης ροής, δίχως αναγκαστικά να επιλέγεται κάποιος προορισμός. Το ποτάμι σαν να πρεσβεύει ότι παρασέρνει ό,τι βρει μπροστά του! Ναι, δεν είναι «συστημικό» κόμμα ή κίνημα, αλλά πιστέυω ότι χρειάζεται, μεταξύ άλλων, πολιτικός λόγος. Ο κόσμος έχει αρχίσει να βαριέται τα πυροτεχνήματα. Ο κόσμος – εμείς – έχουμε ανάγκη από ουσιαστικές πολιτικές προτάσεις. Ευπρόσδεκτες πάντα τέτοιες πρωτοβουλίες, αλλά χρειαζόμαστε εναν απο-φασιστηκό πολιτικό λόγο, ο οποίος να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μας τις πολιτικές (για ισονομία, δικαιοσύνη, αξιοκρατία, νέμεσις κλπ). Να μπορούμε να ταυτιστούμε, να συντονιστούμε με το λόγο αυτό. Τι σημαίνει τώρα αυτό;

Ίσως το παράδειγμα της Μεγ. Βρετανίας να μας διαφωτίσει, και πιο συγκεκριμένα ο προεκλογικός αγώνας του κ. Φαράζ, ο οποίος έφερε αξιοπρόσεχτα αποτελέσματα. Γιατί ο κόσμος, οι πολίτες της Μεγ. Βρετανίας, εμπιστεύτηκαν στον κ. Φαράζ την ψήφο τους; Διότι, μου φαίνεται, μίλησε στον κόσμο με πυγμή για τα πιστεύω του, το όραμά του. «Φάνηκε» μια καθαρότητα λόγου (clarity), η οποία μίλησε στον απλό άγγλο και κύριως, σε συνάρτηση με την ασάφεια λόγου και αερολογιών των αντιπάλων του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ντιμπέιτ με τον Κλεγκ, αρχηγό των φιλελευθέρων. Ο Φαράζ μιλούσε για το τρανταχτό έλλειμμα δημοκρατίας και λογοδότησης που υπάρχει στις Βρυξέλλες, την επιβλητικότητα του νομικού οικοδομήματος της ΕΕ (πχ., οι κοινοτικές οδηγίες), την έλλειψη αποφασιστικότητας από την κυβερνηση να αντισταθεί στην παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Έστω με ρητορικά τεχνάσματα πείθει τον κόσμο για τη σαπίλα των κυβερνώντων κομμάτων και των εργατικών, οι οποίοι έχουν χάσει επαφή με την πραγματικότητα των πολιτών και αρθρώνουν έναν άχρωμο, σκληρό λόγο για να προστατέψουν τα συμφέροντά τους και το καθεστώς (establishment). Από την άλλη, ο Κλεγκ του ντιμπέιτ αρέσκεται σε γενικότητες του τύπου «εμείς ψηφίζουμε συνεργασία με την Ευρώπη, όχι απομόνωση», η «Ευρώπη των ενωμένων λαών» και κ.ο.κ. Με μια πολύ συγκεκριμένη πρόταση, ο ψηφοφόρος μπόρεσει να ταυτίσει, να συντονίσει την εμπειρία του με το λόγο του Φάραζ (όντως η Ευρώπη παίρνει αποφάσεις ερήμην μας, όντως τα 3 μεγάλα κόμματα είναι καχύποπτα ασαφή στις προτάσεις τους, θα σκέφτηκε ο άγγλος, όντως θέλω εγώ και εμείς οι Βρετανοί και όχι η ΕΕ, αυτό το απρόσωπο πολιτικό τεχνικό κατασκεύσμα, να αποφασίζουμε για τον τόπο μας).

Τι θα μπορούσε να μας διδάξει το παράδειγμα της Μ. Βρετανίας; Ότι ίσως πρωτοβουλίες τύπου ποταμιού χρειάζονται ένα στιβαρό πολιτικό λόγο, να αποκτήσουν ταυτότητα, να απαρτισθούν από άτομα που έχουν «καθαρό» λόγο και πρόσωπο (όχι απλά νέο, απαλαγμένο από παλαιού τύπου ιδεολογήματα). Και αυτός ο λόγος πρέπει να ονοματιστεί κιόλας, ή μάλλον το όνομα της κίνησης να παραπέμπει σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση.

Φιλικά
Μανώλης Γκ.