Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Λυπάμαι Φώφη. Ο επόμενος παρακαλώ…



Ένας δίκαιος άνθρωπος πρέπει να της το πιστώσει: αν δεν άνοιγε τις διαδικασίες η Φώφη Γεννηματά, ο νέος φορέας της κεντροαριστεράς δεν ήταν σήμερα υπό δημιουργία. Την τιμά αυτή η πρωτοβουλία. Τώρα, το αν θα πετύχει ή όχι είναι μια άλλη συζήτηση.

Ένας απροκατάληπτος πολίτης, όμως, θα έλεγε και κάτι ακόμα: Τι σε κάνει να πιστεύεις Φώφη ότι είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος να ηγηθεί του νέου φορέα; Στο μέτρο που δεν ενσαρκώνεις το καινούριο, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορείς να δώσεις νέα ορμή, νέους ορίζοντες, νέα προοπτική στη νέα κεντροαριστερά που εξήγγειλες. Γιατί; Διότι, καλώς ή κακώς, είσαι ο εμβληματικός εκπρόσωπος του παλαιού ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική σου διαδρομή συμβολίζει όλα όσα είναι λάθος σε αυτό το κόμμα (και τη χώρα).

Μήπως είμαι προκατειλημμένος αρνητικά; Όχι παραπάνω απ’ ότι μου επιτρέπουν τα γεγονότα. Η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ συγκεφαλαιώνει τη βαθιά ελληνική παθολογία: οικογενειοκρατία, κομματικό κράτος, αντιθεσμική συμπεριφορά.

Δύσκολα θα της προσάψει κανείς ότι παρέλειπε να αναφέρεται τακτικά στον πατέρα της, τον αείμνηστο Γιώργο Γεννηματά, εμβληματικό πρόσωπο στην πασοκική μυθολογία. Το επώνυμό της ήταν το κεφάλαιό της – και το γνώριζε. Κάθε αναφορά στο ΕΣΥ και στην κοινωνική πρόνοια λ.χ. συνοδευόταν από μια υπενθύμιση του οικογενειακού επωνύμου. Στην πρόσφατη συνέντευξή της στον ΣΚΑΙ (9/9/2017), μετά την εξαγγελία της υποψηφιότητάς της, μας το θύμισε ξανά: θέλει να ολοκληρώσει, είπε, το όραμα του πατέρα της, «αυτό που δεν πρόλαβε να κάνει» . Για όσους παρακολουθούν την πολιτική πορεία της, δεν εκπλήσσει: ως κόρη του Γεννηματά σταδιοδρόμησε επιτυχώς στον επιρρεπή στις δυναστείες, έτσι κι αλλιώς, ‘πράσινο’ χώρο.

Το 1986, πριν αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, προσελήφθη στην (κρατική) Εθνική Τράπεζα, με τις γνωστές διαδικασίες της εποχής. Από την τράπεζα αποσπάστηκε αργότερα στο κόμμα της στη Βουλή. Τα κομματικά στελέχη που προσλαμβάνονται στο ευρύτερο δημόσιο δεν σημαίνει ότι εργάζονται σε αυτό. Σίγουρα όμως αμείβονται από αυτό! Ως υπερνομάρχης Αθηνών-Πειραιώς (2003-2007) εισέπραττε το μισθό της (συν την αμοιβή ως πρόεδρος της Ένωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας) αλλά, παράλληλα, και το μισθό της Εθνικής Τράπεζας (νομίμως, παρακαλώ!). Συγγενείς της απασχολούνταν με διάφορες ιδιότητες στην υπερνομαρχία. Στις εκλογές του 2007 ετέθη από τον κ. Παπανδρέου επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, απο το οποίο εξέπεσε πάραυτα με απόφαση του Αρείου Πάγου, λόγω ασυμβίβαστου (εφόσον ήταν υπερνομάρχης – η διατύπωση του άρθρο 56 του Συντάγματος ήταν ξεκάθαρη). Η αντίδρασή της ήταν κλασική αντίδραση μέλους νομενκλατούρας τριτοκοσμικής χώρας: χαρακτήρισε τη σχετική απόφαση «δικαστικό πραξικόπημα» και μίλησε για «αδίστακτη Δεξιά»! Τέτοιος σεβασμός στους θεσμούς!

Ως υπουργός στην εποχή των μνημονίων υπερασπίστηκε το τέλμα σε κρατικοδίαιτες, χρονίως προβληματικές επιχειρήσεις-υποστυλώματα του κομματικού κράτους, όπως η ΕΑΒ, παρά τη συμφωνία της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου με την τρόικα να προχωρήσουν σε μερική αποκρατικοποίηση της επιχείρησης. (Φανταστείτε να έχανε τη διοίκηση της ΕΑΒ και της ΛΑΡΚΟ το κομματικό κράτος; Αδιανόητο…). Αργότερα, το 2016, ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, επέκρινε τη σημερινή κυβέρνηση για την «απώλεια του δημοσίου ελέγχου στη ΔΕΗ» , υπερασπίστηκε διακριτικά την πρόσφατη κρατικοποίηση του ΟΑΣΘ, ενώ έχει κρατήσει αποστάσεις από τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Στην ψηφοφορία για το νόμο για τη συμβίωση ομόφυλων ζευγαριών, το 2015, δεν προσήλθε καν στη Βουλή! Τέτοια τόλμη!

Και το τελευταίο, κρισιμότερο, τεστ - το litmus test - για οποιονδήποτε πασοκικής προελεύσεως υποψήφιο πρόεδρο της ενιαίας κεντροαριστεράς: τι στάση κράτησες στην αποπειραθείσα μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού από τον Τάσο Γιαννίτση, το 2001;

Μην κουράζεσαι Φώφη, ξέρουμε την απάντηση. Η μεταρρύθμιση Γιαννίτση ήταν πολύ ‘νεοφιλελεύθερη’ για τα δικά σου ‘σοσιαλιστικά’ γούστα! Ουδέποτε την υπερασπίστηκες! Πόσο πειστική νομίζεις ότι είσαι σήμερα όταν μας λες ότι «η μεγάλη κεντροαριστερά μπορεί να εγγυηθεί το τέλος της επιτροπείας και την προοδευτική διακυβέρνηση του τόπου»; Μα, όπως έδειξε στα βιβλία του ο σοσιαλιστής (χωρίς εισαγωγικά) κ. Γιαννίτσης, ένας από τους σημαντικότερος λόγους που οδηγηθήκαμε στη χρεοκοπία ήταν η εκρηκτική διόγκωση των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού. Τι έκανες εσύ Φώφη ως βουλευτής και στέλεχος του ΠΑΣΟΚ να τα σταματήσεις;

Τα πράγματα είναι απλά: ένας νέος προοδευτικός φορέας χρειάζεται νέους ανθρώπους (όχι απαραίτητα σε ηλικία, αλλά σε νοοτροπία και ιδέες· άφθαρτους πολιτικά). Η πολιτική είναι, κυρίως, μια συμβολική υπόθεση. Ο παλιός δεν μπορεί να εκφράσει πειστικά το καινούριο· τον σκιάζει η ιστορία του και οι συνειρμοί που αυτή προκαλεί.

Η κυρία Γεννηματά κάθε άλλο παρά νέα είναι. Συμβολίζει ό,τι οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Θυμίζει, σήμερα, περισσότερο το στέλεχος που δεν θέλει να χάσει τη δουλειά του στην προβληματική επιχείρηση και γι’ αυτό ρετουσάρει το βιογραφικό του επιδιώκοντας μετεγγραφή. Θεμιτή η επιδίωξη, αλλά γιατί να ενδιαφέρει εμάς τους υπόλοιπους; Όσους, εν πάση περιπτώσει, μας αφορά μια σύγχρονη, ανανεωτική και πειστική κεντροαριστερά στη μετα-μνημονιακή Ελλάδα;

Η πολιτική ωρίμανση απαιτεί τολμηρή ανα-θεώρηση



Η γλώσσα, παρατηρεί ο Βίτγκενστάϊν, μας βάζει συχνά τρικλοποδιές. Μια από αυτές είναι η χρήση των λέξεων σαν να αναφέρονται σε μία αναλλοίωτη πραγματικότητα. Λέμε «η οικογένεια» , «το κόμμα», «η χώρα» και νομίζουμε ότι αναφερόμαστε σε μια αμετάλλακτη οντότητα. Ακόμη, όμως, κι όταν έχουμε επίγνωση της ιστορικότητας μια έννοιας, επιλέγουμε εκείνη την εκδοχή της που φαντασιωσικά μας βολεύει.

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να προβάλλει σήμερα πειστικά την πολιτική συγγένειά του με το ΠΑΣΟΚ; Σε μακροσκελές άρθρο του σε φιλική του εφημερίδα, ο κ. Τσίπρας απαντά θετικά εστιάζοντας στο πρώιμο ΠΑΣΟΚ και προκαλεί συνειρμούς για την ηγετική του αναλογία με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Χαρακτηρίζει το πρώιμο ΠΑΣΟΚ «παραγωγό προοδευτικής ενέργειας» και τον Ανδρέα Παπανδρέου ως τον πολιτικό που «διέθετε το πολιτικό αισθητήριο» για να διαγνώσει «τις μεγάλες δυνατότητες που άνοιγε [η Μεταπολίτευση]», ανταποκρινόμενος στα αιτήματα μιας ευρείας «λαϊκής προοδευτικής πλειοψηφίας». Πιο εύστοχα το διατύπωσε ο υπουργός κ. Ν. Παππάς: «Ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ το '81 έλυσαν το κορυφαίο πολιτικό ζήτημα στην Ελλάδα, ότι ο μισός πληθυσμός βρισκόταν στο πολιτικό και οικονομικό ημίφως, απόρροια του μετεμφυλιακού κράτους. [...] Ως εκ τούτου, το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε τον κορμό της προοδευτικής μεριάς του πολιτικού φάσματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατ' αναλογία αυτήν τη στιγμή είναι ο κορμός της προοδευτικής παράταξης, ο οποίος καλείται να λύσει το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα».

Η ρητορική του εγχειρήματος που ανέλαβε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (η απόπειρα να επεκταθεί η εμβέλειά του σε όλο τον «προοδευτικό» χώρο) είναι δοκιμασμένη: στηρίζεται στη δύναμη της ιστορικής αναλογίας. Η αναλογία ‘όψιμος ΣΥΡΙΖΑ-πρώιμο ΠΑΣΟΚ’ δεν στερείται ευλογοφάνειας, τελικά όμως είναι χονδροειδής και άστοχη. Ενώ εντοπίζει υπαρκτές ομοιότητες μεταξύ των δύο κομμάτων, η σύγκριση είναι στατική (σαν να συγκρίνει μοτίβα σε παζλ)· της λείπει η λεπτή κατανόηση των ιστορικών συμφραζομένων. Αποσκοπεί να μετακινήσει πολιτικά τον ΣΥΡΙΖΑ προς το ‘κέντρο’, αλλά το κάνει με τρόπο που τον εγκλωβίζει σε ένα αναχρονιστικό αφήγημα.

Όπως οι κυβερνητικές εμπειρίες άλλαξαν το πρώιμο ΠΑΣΟΚ, έτσι αλλάζει σήμερα ο κυβερνητικός (και μάλιστα μνημονιακός) ΣΥΡΙΖΑ, αναζητώντας ζωτικό πολιτικό χώρο σε μια αναχρονιστική εκδοχή του ΠΑΣΟΚ – στο πρώιμο ΠΑΣΟΚ του εθνολαϊκισμού. Ιδού το παράδοξο: η ωρίμανση του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκεται να επέλθει με την αναζήτηση αναλογιών με την ανώριμη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ!

Από την άλλη μεριά, το σημερινό ΠΑΣΟΚ, αυτό που αντιμετώπισε διστακτικά και ενίοτε εχθρικά τόσο το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα Σημίτη όσο και τη μνημονιακή διαχείριση της εθνικής χρεοκοπίας, μην έχοντας επεξεργασθεί τη δική του ιστορική μεταμόρφωση, εγκαλεί τον κ. Τσίπρα για «ύβριν». Δεν διαθέτει ένα ανα-θεωρητικό συνεκτικό αφήγημα για τον εαυτό του. Υπερασπίζεται οπαδικά και άγαρμπα τη νεανική του ανωριμότητα.

Το ενδιαφέρον σε αυτό το ρητορικό παίγνιο δεν είναι μόνο πόσο αναχρονιστικό είναι το συγκεκριμένο άνοιγμα Τσίπρα στην «προοδευτική παράταξη» , αλλά και πόσο αμήχανα αυτο-προστατευτικά είναι τα επιχειρήματα της τελευταίας. Αγιοποιώντας τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναιρούν τη μετέπειτα πορεία ωρίμανσης του ΠΑΣΟΚ, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, ήταν μια διαδικασία απογαλακτισμού (ατελής και διστακτική βέβαια) από τα νάματα του ιδρυτή του. Ο οπαδικός αυτο-δοξασμός, ως στρατηγική απόκρουσης του αντιπάλου, είναι υποχρεωμένος να αποκρύπτει και να παραπλανά. Έτσι, ενώ υμνείται ο πρωτεργάτης της «αλλαγής», αποσιωπάται ο εθνολαϊκισμός που συστηματικά καλλιέργησε, το πελατειακό κράτος που ενέτεινε, ο πολωτικός λόγος που εξέφερε, η κομματική άλωση των θεσμών που προώθησε. Ιδού το δεύτερο παράδοξο: για να οριοθετηθεί απέναντι στον μετακινούμενο ΣΥΡΙΖΑ, το ώριμο πλέον ΠΑΣΟΚ επιστρέφει ρητορικά στον προγενέστερο ανώριμο εαυτό του! Έτσι, όμως, παλινδρομεί, σκοντάφτει, δεν επινοεί εκ νέου την ταυτότητά του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αρνείται ουσιαστικά να ωριμάσει. Ενώ η μνημονιακή του συνθηκολόγηση θα μπορούσε να εκκινήσει τη δημιουργική του μεταμόρφωση σε ένα κόμμα της ευρύτερης ευρωπαϊκής Αριστεράς, που θα συστεγάζει θεσμικούς σοσιαλδημοκράτες και ιδεαλιστές ριζοσπάστες, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα αριστερά-του-κέντρου κόμματα στην Ευρώπη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνεται την ωρίμανση ως καταφυγή στο ‘μυθικό’ παρελθόν – δείγμα ανικανότητας να σκεφτεί πρωτότυπα μια νέα ταυτότητα. Διότι τι άλλο παρά επιστροφή σε ένα τέτοιο παρελθόν συνιστά η αναφορά Τσίπρα «στην επικαιρότητα των λαϊκών αγώνων […] για εθνική ανεξαρτησία», στη σημερινή Ελλάδα της ΕΕ;

Μπορεί ο κ. Τσίπρας να επικαλείται «το πολιτικό αισθητήριο» του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά δεν το κατανοεί σε βάθος. Σε μια χώρα που μέχρι το 1974 κυβερνήθηκε εν πολλοίς αυταρχικά, αντιθεσμικά, και αργότερα δικτατορικά, είχε νόημα να μιλά ένας προοδευτικός πολιτικός για «λαϊκή κυριαρχία» και «εθνική ανεξαρτησία». Αν ο Τσίπρας διέθετε αντίστοιχής λεπτότητας αισθητήριο σήμερα, θα κατανοούσε ότι στη χρεοκοπημένη χώρα που κυβερνά, το ζητούμενο είναι πιο πεζό: να γίνει η Ελλάδα επιτέλους ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος! Θα καταλάβαινε ότι, αντίθετα με το 1974, ο κύριος λόγος της μειωμένης σήμερα εθνικής κυριαρχίας οφείλεται κυρίως στις βαθιές δομές και χρόνιες θεσμικές παθογένειες που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Η Ελλάδα οικειοθελώς μπήκε σε ένα παιχνίδι πάλης βαρέων βαρών (την ευρωζώνη), στο οποίο θεσμικά-οικονομικά δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημά της σήμερα, όχι η άσκηση «λαϊκής εξουσίας» . Είναι εύκολο να μιμηθείς επιφανειακά έναν ηγέτη που θαυμάζεις. Το δύσκολο είναι να κατανοήσεις σε βάθος τι είναι αυτό που τον καθιστά αξιοθαύμαστο για να κάνεις μια δική σου νέα αρχή. Χρειάζεσαι εκείνη την προσέγγιση που δεν αναζητεί επιφανειακές ομοιότητες αλλά επιμένει, όπως έλεγε ο Βίτγκενστάϊν, στις λεπτές «διαφορές» . Χρειάζεσαι διαύγεια, τόλμη, και αντισυμβατική σκέψη. Τι απ’ όλα διαθέτει ο κ. Τσίπρας;

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Ηθικοπολιτική αμβλύνοια και κομμουνιστικά καθεστώτα



Ένα ακόμα δείγμα πολιτικής αγκύλωσης: συζητούμε θέματα που για την υπόλοιπη Ευρώπη θεωρούνται αυτονόητα! Σήμερα δεν αμφισβητείται ότι τόσο ο κομμουνισμός (ιδιαίτερα στη σταλινική του μορφή) όσο και ο φασισμός (ιδιαίτερα στη ναζιστική του εκδοχή) συνιστούν δύο εγκληματικές εκφάνσεις του ολοκληρωτισμού που συγκλόνισε την Ευρώπη του 20ου αιώνα. Ηθικοπολιτικά μιλώντας, για τη μεταναζιστική και μετακομμουνιστική Ευρώπη, οι διαφορετικές εκδοχές του ολοκληρωτισμού ουδόλως διαφέρουν. Η καταπίεση, οι διώξεις και οι δολοφονίες δεν έχουν χρώμα! Μέρος των κοινών Ευρωπαϊκών αξιών είναι η σθεναρή αντιπαλότητα απέναντι σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό.

Τον Απρίλιο 2009, με πρωτοβουλία κυρίως χωρών-μελών της ανατολικής Ευρώπης που είχαν την ατυχία να βιώσουν τον κομουνιστικό ολοκληρωτισμό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ) καθιέρωσε την 23η Αυγούστου ως την Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού. Η σχετική απόφαση υπερψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία (533-44, 33 αποχές), αν και από τους 24 Έλληνες ευρωβουλευτές μόνο 2 την υπερψήφισαν! Ο πολιτικός πρωτογονισμός δεν έχει χρώμα!

Στο κείμενο της απόφασης του ΕΚ αναφέρεται ρητά ότι δεν υπάρχουν πλήρως αντικειμενικές ιστορικές αφηγήσεις και ότι η ερμηνεία της ιστορίας δεν μονοπωλείται από καμία πολιτική παράταξη. Οι στοχαστικές επισημάνσεις, όμως, δεν οδηγούν σε μαλθακό σχετικισμό, ούτε αποτρέπουν τη διαυγή ηθικοπολιτική πράξη (από-φαση). Το ΕΚ εκφράζει «το σεβασμό για όλα τα θύματα ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη», καταδικάζει «τη μαζική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα», και διακηρύσσει το «σεβασμό για την ελευθερία, αξιοπρέπεια, ισότητα, και κράτος δικαίου».

Τον Ιούνιο 2011, το Συμβούλιο των Υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης της ΕΕ υιοθέτησε την απόφαση του ΕΚ και κάλεσε τα κράτη-μέλη να αποφασίσουν πως θέλουν να τιμούν την Ημέρα Μνήμης, «με αξιοπρέπεια και αμεροληψία». Η Εσθονία, ως τωρινή προεδρεύουσα χώρα της ΕΕ, δεν πρωτοτύπησε με τη διοργάνωση εκδήλωσης για τα «εγκλήματα που διαπράχθηκαν από κομμουνιστικά καθεστώτα» , στο πλαίσιο της Ημέρας Μνήμης. Όχι τόσο γιατί το ίδιο έκαναν και άλλα κράτη-μέλη όταν είχαν την προεδρία, όσο, κυρίως, γιατί η σχετική εκδήλωση (απόδοση τιμής, συνέδριο ιστορικών, και έκθεση μουσείου) εξέφρασε το πνεύμα του Συμβουλίου Υπουργών και του ΕΚ.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Κοντονής είχε διαφορετική γνώμη. Αρνήθηκε τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Εσθονική εκδήλωση για την Ημέρα Μνήμης με ένα σαθρό σκεπτικό, το οποίο απο-καλύπτει την ηθικοπολιτική αμβλύνοια του ιδίου και της κυβέρνησής του.

Κατ’ αρχάς, ενώ επικρίνει το δολοφονικό χαρακτήρα του ναζιστικού καθεστώτος, αναφέρεται στον κομμουνισμό μόνο ως ιδεολογία, λες και δεν μετουσιώθηκε ποτέ σε πράξη! Πόσο βολικό! Ξεχνά ότι το Εσθονικό συνέδριο δεν αποσκοπεί στη συζήτηση των «ιδεολογικών ρευμάτων» που γεννήθηκαν στο εσωτερικό της κομμουνιστικής θεωρίας, αλλά θέλει να συζητήσει τα εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων – θέλει να μιλήσει για πράξεις.

Μπορεί κάποιος να παραμένει αριστερός και, συγχρόνως, να καταδικάζει τα εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων; Ναι μπορεί (αυτή ήταν λ.χ. η στάση του αείμνηστου Άγγελου Ελεφάντη), όπως μπορεί κάποιος να είναι χριστιανός και να ντρέπεται για τα εγκλήματα της Ιεράς Εξέτασης ή να είναι δημοκράτης και να επικρίνει τα αποικιοκρατικά εγκλήματα που διέπραξε η (δημοκρατική) χώρα του. Υπό έναν όρο: ότι, σε ένα βαθύτερο αξιακό επίπεδο, έχει επιλέξει μια στοχαστική στάση ζωής. Ότι τον ενδιαφέρει ο διάλογος και η αλήθεια. Η στοχαστική στάση θα τον ωθήσει να δει τα σκοτεινά σημεία της ιδεολογίας του, να εκλεπτύνει (ανα-θεωρήσει) τις πεποιθήσεις του, και να εμβαθύνει την ηθική του συγκρότηση. Η μετάβαση από το πεδίο των πεποιθήσεων στο πεδίο της πράξης ουδέποτε είναι ευθύγραμμη στην πολιτική, αλλά διαμεσολαβείται από εξουσιαστικές επιδιώξεις, ανθρώπινα πάθη, ιστορικούς εθισμούς, και τις ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας. Ο στοχαστικός άνθρωπος έχει επίγνωση αυτής της πολυπλοκότητας και, άρα, νοιώθει την ανάγκη να βρίσκεται σε ηθική εγρήγορση, διατηρώντας την ικανότητα να εκπλήσσεται.

Ο ευρωκομουνισμός που εμμέσως εκθείασε ο κ. Κοντονής στην επιστολή του στην Εσθονική προεδρία προέκυψε ακριβώς επειδή οι στοχαστικοί αριστεροί, στη δεκαετία του 1970, ένοιωθαν άβολα με τα εγκλήματα καθεστώτων με τα οποία είχαν ιδεολογική συγγένεια. Η αναγνώριση αυτών των εγκλημάτων ήταν το έναυσμα για την εκλέπτυνση της αριστερής σκέψης. Ο Τζώρτζ Οργουελ κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να παραμείνει σοσιαλδημοκράτης παρά μόνο αν κατήγγειλε την ολοκληρωτική φύση του σοβιετικού κομμουνισμού, αφού μόνο τότε οι αξίες της ισότητας και της αλληλεγγύης θα αποκτούσαν ηθική καθαρότητα και πολιτική πειθώ. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης συνειδητοποίησε ότι η «επαναστατική» σκέψη, ακριβώς για να παραμείνει «επαναστατική» έπρεπε να διαρρήξει κάθε ιδεολογικό δεσμό με εγκληματίες τύπου Στάλιν, Μάο, και Πολ Ποτ.

Είναι θεμιτή η εξίσωση του ναζισμού με τον κομμουνισμό, στην οποία αντιτάχθηκε ο κ. Κοντονής (και οι πλείστοι Έλληνες ευρωβουλευτές το 2009); Σε ηθικοπολιτικό επίπεδο, είναι επιβεβλημένη! Όπως τονίζει η απόφαση του ΕΚ, από τη σκοπιά των θυμάτων, είναι «ασήμαντο ποιο καθεστώς τους στέρησε την ελευθερία, ή τους βασάνισε ή τους δολοφόνησε» . Το γεγονός είναι ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια βάναυσα και συστηματικά καταπατήθηκε. Η ηθική απόφανση συνιστά πράξη ευθύνης απέναντι στον Άλλο: το ηθικώς σκεπτόμενο ον δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια στις βαρβαρότητες, ιδιαίτερα μάλιστα αν αυτές προέρχονται από τη ‘δική του’ πλευρά. Η στοχαστική στάση ζωής διατηρεί το άτομο σε ηθική εγρήγορση, εφόσον «το στραβόξυλο της ανθρώπινης φύσης» είναι τέτοιο που διαστρέφει ακόμα και τις ευγενέστερες των προθέσεων και ιδεολογιών. Τίποτα το ανθρώπινο δεν είναι ανεπίληπτο

Ιστορικά μιλώντας, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός ήταν δυο διακριτά φαινόμενα, με διαφορετικές αφετηρίες και ιδεολογικές αναφορές. Οι ιστορικοί ερευνούν τις διαδρομές τους και τα ιστορικά συμφραζόμενά τους. Από ηθικής απόψεως, όμως, δεν υπάρχει χώρος για ασάφεια: η μαζική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι καταδικαστέα. Όπως τονίζει η απόφαση του ΕΚ, η «ηθική ανανέωση» είναι εφικτή μόνο μέσα από την «παραδοχή της ευθύνης».

Ενώ η δημοκρατική Ευρώπη έμαθε από την εμπειρία του ολοκληρωτισμού, αστόχαστοι πολιτικοί όπως ο κ. Κοντονής και οι ομοϊδεάτες του απο-καλύπτουν τη διανοητική τους ένδεια και την ηθικοπολιτική τους αμβλύνοια. Η ηθική πυξίδα απενεργοποιείται όταν η πολιτική εκλαμβάνεται, όπως έλεγε ο αείμνηστος Βάτσλαβ Χάβελ, ως μια «τεχνολογία ισχύος και χειραγώγησης» . Η περίπτωση Κοντονή (και των Ελλήνων ευρωβουλευτών το 2009) μας θυμίζει πόσο δύσκολο είναι να αποσυνδέεις την ηθική σου κρίση από πολιτικές σκοπιμότητες.

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Η ΣΗΜΑΙΑ, Η ΜΑΝΤΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ: ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ


Μπορεί μια αριστούχος μαθήτρια, μουσουλμάνα, αλλοδαπής καταγωγής, να συμμετέχει στην παρέλαση για τη Γιορτή της Εθνικής Ανεξαρτησίας; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, είναι διδακτικό να πάμε 20 και πλέον χρόνια πίσω. Μπορεί ένας αριστούχος μαθητής, αλβανικής καταγωγής, να κρατά την ελληνική σημαία στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου;

Αυτό το ερώτημα δεν τίθεται πλέον, είναι ξεπερασμένο. Δεν τίθεται όχι γιατί «λύσαμε» το πρόβλημα αλλά γιατί, όπως λέει ο Βιτγκενστάϊν, το «διαλύσαμε» - δεν υφίσταται πλέον. Έχουμε αποδεχθεί ότι η εθνική προέλευση του αριστούχου μαθητή δεν μας ενδιαφέρει, στο μέτρο που αριστεύει μετέχοντας της ημετέρας παιδείας. Όταν τέθηκε για πρώτη φορά το θέμα, προκλήθηκαν, όπως είναι φυσικό, αντιδράσεις. Εκφράστηκαν διαφορετικές απόψεις (ακόμα θυμάμαι τους «αγανακτισμένους» γονείς στη Θεσσαλονίκη να διαμαρτύρονται κατά της σημαιοφορίας του μαθητή Οδυσσέα Τσεναϊ, πετυχαίνοντας, τελικά, να αποτρέψουν τη συμμετοχή του στην παρέλαση) αλλά το θέμα έληξε. Τους μετανάστες της δεκαετίας του 1990 τους αφομοιώσαμε, τα παιδιά τους όχι μόνο μιλάνε άψογα ελληνικά αλλά τους επιτρέψαμε να κρατάνε την ελληνική σημαία, η πολιτική μας κοινότητα εμπλουτίστηκε. Η πρόκληση της δεκαετίας του 1990 μας ώθησε να αναστοχαστούμε την ελληνικότητα, να εκλεπτύνουμε την αυτο-κατανόησή μας. Οι δυσκολίες μας ωρίμασαν.

Προτείνω να δούμε το θέμα της μουσουλμανικής μαντήλας στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου με παρόμοιο τρόπο. Ιδού γιατί – φιλοσοφικά και πραγματιστικά.

Φιλοσοφικά, για τον John Rawls, τον μεγαλύτερο ηθικό φιλόσοφο του 20υ αιώνα, ο πολιτικός φιλελευθερισμός σέβεται τον την αρχή του «reasonable pluralism», ότι, δηλαδή, η «εύτακτη κοινωνία» (“well-ordered society”) οφείλει να δημιουργεί χώρο για την έκφραση των ηθικών πεποιθήσεων των μελών της, συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών. Προσέξτε την κρίσιμη έννοια «reasonable pluralism» («εύλογος πλουραλισμός»). Το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να προσδιορίσουμε οριστικά τι είναι «εύλογο» δεν σημαίνει ότι η έννοια είναι άχρηστη. Αντιθέτως, στις φιλελεύθερες κοινωνίες προσπαθούμε κάθε φορά να ορίσουμε τι συνιστά «εύλογο», στα εκάστοτε συμφραζόμενα. Αυτή η ελεύθερη συζήτηση προσδιορίζει και τη φιλελεύθερη ταυτότητα της κοινωνίας – συζητούμε για να ανακαλύψουμε τι πεποιθήσεις θα υιοθετήσουμε (ο ορισμός του John Dewey για τη στοχαστική σκέψη).

Πριν από 100 χρόνια δεν θεωρούνταν «εύλογο» οι μαύροι να έχουν πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ, ενώ θεωρούνταν «εύλογο» σε πολλές χώρες να διώκονται ποινικά οι γκέι. Οι φιλελεύθερες κοινωνίες, ακριβώς επειδή είναι ανοιχτές κοινωνίες, δεν θεωρούν τετελεσμένο το νόημα που συνέχει τους κοινωνικούς θεσμούς, αλλά διαρκώς συζητήσιμο και δυνητικά αναθεωρήσιμο.

Έτσι, θεωρείται «εύλογο» σήμερα να σέβεται μια φιλελεύθερη κοινωνία το δικαίωμα του σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού του ατόμου, όπως θεωρεί «εύλογο» να προσφέρει τη δυνατότητα εναλλακτικής θητείας στους αντιρρησίες συνειδήσεως. Το γεγονός ότι είναι πλέον δικαίωμα του Αμερικανού στρατιώτη να ομολογεί ότι είναι γκέι, δεν σημαίνει ότι ο Αμερικανικός Στρατός θα δεχθεί τραβεστί – αυτό δεν θεωρείται «εύλογο». Το γεγονός ότι όλοι, δυνητικά, μπορούν να αποφύγουν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία (αν τους δοθεί η δυνατότητα της εναλλακτικής θητείας), δεν είναι «εύλογο» να τη στερούμε από όσους, για λόγους συνειδήσεως, αρνούνται να το πράξουν.

Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι μια φιλελεύθερη κοινωνία, όπως συνταγματικά και πολιτισμικά είναι η ελληνική, πρέπει να θεωρεί «εύλογη» τη χρήση της μαντήλας, όπως αυτή της αριστούχας μουσουλμάνας μαθήτριας που παρέλασε την 25η Μαρτίου, ως έκφραση της θρησκευτικής της ιδιοπροσωπίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί «εύλογη» η ένδυση της μπούρκας διότι αυτή, κυριολεκτικά, απο-προσωποποιεί το άτομο, κάτι το οποίο δεν γίνεται αποδεκτό σε μια φιλελεύθερη κοινωνία. Ο «εύλογος πλουραλισμός» πασχίζει να είναι ευρύχωρος αλλά έχει όρια.

Το αν η μαθήτρια οικειοθελώς φορά τη μαντήλα ή της την επιβάλλει η οικογένειά της είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο είναι ότι, ως μουσουλμάνα γυναίκα, έμαθε να θεωρεί αυτονόητη τη χρήση της μαντήλας σε δημόσιο χώρο, όπως τη θεωρούσαν αυτονόητη οι μακαρίτισσες (χριστιανές) γιαγιές μου. Για πολλές μουσουλμάνες γυναίκες, ακόμα και μορφωμένες, ακόμα και γι αυτές που δεν ταυτίζονται με το Ισλάμ, η μαντήλα θεωρείται σύμβολο πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Την απόρριψη της μαντήλας από τους «δυτικούς» την εκλαμβάνουν ως πολιτισμική απόρριψη κα έκφραση ισχύος. Σε κάθε περίπτωση, τι συμβολίζει η μαντήλα δεν είναι μονοσήμαντα ορισμένο – το ίδιο το σύμβολο συνιστά ένα διακύβευμα.

Με άλλα λόγια, στη φιλελεύθερη νοο-τροπία, σημασία έχει η στοχαστική επεξεργασία λεπτών διακρίσεων, όχι η εφαρμογή καθολικής ισχύος συμπερασμάτων. Ο φιλελεύθερος θέλει να δώσει τη δυνατότητα «εύλογης» έκφρασης των ταυτοτικών πεποιθήσεων των συμπολιτών του. Με βάση αυτή τη φιλελεύθερη θεώρηση, δεν πρέπει να στερείται μια συμπολίτης μας τη δυνατότητα να εκφράσει την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα στην Εθνική Εορτή μας.

Πραγματιστικά, πρέπει να χαιρόμαστε που το κάνει, διότι δείχνει επιθυμία ενσωμάτωσης στην κοινωνία μας. Μετέχοντας στα εθνικά μας σύμβολα, μετέχει στην πάντοτε-υπό-διαμόρφωση εθνική μας κουλτούρα, με τη δική της ετερότητα. Η συμμετοχή της στην παρέλαση και, γενικότερα, η συμμετοχή της σε ό,τι ιστορικά ορίζει το έθνος μας, την κάνει ελληνίδα. (Όπως έλεγε ο Πρίμο Λέβι, σε άλλα συμφραζόμενα, έγινα «εβραίος» στο Άουσβιτς). Γινόμενη ελληνίδα, εμπλουτίζουμε κι εμείς οι γηγενείς την κατανόηση της ελληνικότητας. Διαφορετικά: η μαντηλοφορούσα μαθήτρια θα γίνει ελληνίδα, στο μέτρο που της επιτρέπουμε να μετέχει στα σύμβολα τη κοινότητάς μας, κομίζοντας τη δική της «εύλογη» ετερότητα. Εκτός, λοιπόν, από το φιλοσοφικό επιχείρημα, υπάρχει και το πραγματιστικό – πρόκειται για μια κατάσταση «κερδίζω-κερδίζεις» (win-win situation). Ωφελείται και η κοινωνία (υποδοχής) και το (ετερόδοξο) άτομο.

Εν κατακλείδι, δεν χρειαζόμαστε την χονδροειδή προπαγάνδα της «Αυγής» για τη μαντήλα που «τσακίζει το ρατσισμό», ούτε την ανελεύθερη «εθνικοφροσύνη» ή τη μυωπική κοσμικότητα όσων καταδικάζουν τη χρήση της μαντήλας. Και στις δύο περιπτώσεις γίνεται ιδεολογική χρήση του θέματος, οπότε χάνεται η γόνιμη πρόκληση που μας θέτει για περαιτέρω στοχασμό της ελληνικότητας και των συμβόλων της.

Χρειαζόμαστε, αντιθέτως, φιλ-ελεύθερο πνεύμα, σύνεση, κατανόηση, και εμπιστοσύνη στον συλλογικό εαυτό μας. Αν κάτι μάθαμε από τις κοινωνίες του Νέου Κόσμου (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, κλπ) είναι ότι ακμάζουν εκείνες οι κοινωνίες που δεν περιθωριοποιούν αλλά γόνιμα ενσωματώνουν τον «άλλο», καθιστάμενες έτσι πολιτισμικά πιο πλούσιες. Αλλά μια τέτοια στάση μόνο κοινωνίες με αυτοπεποίθηση μπορούν να υιοθετήσουν.

Εκλεπτυσμένη σκέψη και ελεύθερη κοινωνία


Οι σωστές διακρίσεις είναι για τη σκέψη ότι είναι το οξυγόνο για τη ζωή. Όσο πιο λεπτές οι διακρίσεις, τόσο πιο οξεία η αντίληψή μας. Η έλλειψη λεπτών διακρίσεων καθιστά τον φορέα της ανίκανο να δει την πολλαπλότητα του ανθρώπινου βίου.

Δείτε τις αντιδράσεις που προκάλεσε η παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου «Ισορροπία του Nash». Η παράσταση αυτή χρησιμοποιεί, εκτός από κείμενα του Καμύ για την τρομοκρατία, αποσπάσματα από βιβλίο του τρομοκράτη-δολοφόνου Σ. Ξηρού για την, κατ’ ισχυρισμόν, βάναυση μεταχείριση που υπέστη από τις ανακριτικές Αρχές όταν νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο. Οι περισσότεροι από όσους επέκριναν συγκροτημένα την παράσταση δεν το έκαναν με όρους δραματουργικούς, αλλά πολιτικούς-θεσμικούς: ένας δημοσίως χρηματοδοτούμενος οργανισμός όπως το Εθνικό Θέατρο, είπαν, δεν μπορεί να προβάλλει τις απόψεις ενός εγκληματία.

Μπορεί η φορολογία των πολιτών να χρηματοδοτεί έργα τέχνης που εξοργίζουν τους πολίτες; Σε μια ελεύθερη κοινωνία, όχι μόνο μπορεί αλλά επιβάλλεται. Η τέχνη – η πραγμάτευση, δηλαδή, θεμάτων που άπτονται της ανθρώπινης συνθήκης – δεν έχει όρια επειδή τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας δεν είναι γνωστά. Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεμελιώνεται πάνω στην άρνηση της απόλυτης γνώσης: δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια «τι είναι ο άνθρωπος», δεν γνωρίζουμε τα όρια τη ανθρώπινης εμπειρίας, και γι αυτό διαρκώς αναζητούμε. Ο ανθρώπινος βίος είναι αυτοδημιουργία. Μέσα από την τέχνη πασχίζουμε να στοχαστούμε το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όσοι διαμαρτύρονται θεωρούν ότι δημόσιοι θεσμοί, όπως το Εθνικό, οφείλουν να λειτουργούν με βάση την εικαζόμενη εθνική συνισταμένη. Δεν καταλαβαίνουν ότι η καλλιτεχνική πράξη πειραματίζεται, λειτουργεί στα όρια, προκαλεί, και, ενδεχομένως, εξοργίζει. Αντιλαμβάνονται τα καλλιτεχνικά έργα ως κατανεμημένα σε μια κανονική κατανομή, με τους κρατικά χρηματοδοτούμενους θεσμούς να παράγουν έργα στη μέση της καμπύλης. Η τέχνη, όμως, απαιτεί outliers, όχι συνισταμένες.

Όταν ο Σαββόπουλος γράφει το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», δεν εξυμνεί έναν μαχαιροβγάλτη όπως ήταν ο Κοεμτζής αλλά αναζητά, με καλλιτεχνικούς όρους, τη διαμόρφωση του ψυχισμού του. Για ένα δικαστή, βέβαια, αυτό είναι (και πρέπει να είναι) δευτερεύουσας σημασίας, αφού, σε αυτό το θεσμικό πεδίο, προέχει η απόδοση δικαιοσύνης. Για τον καλλιτέχνη, όμως, δεν είναι η πράξη της δολοφονίας το μόνο στοιχείο που έχει ενδιαφέρον, αλλά και η κίνηση της ψυχής του δολοφόνου, η οποία πρέπει να κατανοηθεί ερμηνευτικά.

Στο μέτρο που κάθε πράξη ερμηνείας εμπεριέχει τη στοιχειώδη συμπάθεια, η κατανόηση ενός εγκληματία υπογραμμίζει ότι, παρά την απέχθεια που μας προκαλεί, δεν παύει να μετέχει της ανθρώπινης φύσης και, ως εκ τούτου, αξίζει, εκτός από την τιμωρία, τον οίκτο μας, ίσως και, υπό όρους, την ηθική συγχώρεσή μας. Στην ταινία Dead Man Walking, η Σούζαν Σάραντον υποδύεται το ρόλο μιας καλόγριας που προσεγγίζει αγαπητικά έναν θανατοποινίτη δολοφόνο, ο οποίος, λίγο πριν εκτελεστεί, μετανοεί και ζητά συγχώρεση. Η μετάνοια είναι αδιάφορη για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης αλλά δεν παύει να συνιστά ένα πνευματικό-ηθικό γεγονός. Η τέχνη αναζητά αυτό που οι άλλοι θεσμοί μας αφήνουν ανεξερεύνητο – το βάθος της ανθρώπινης εμπειρίας.

«Γιατί σε ενδιαφέρει περισσότερο η εμπειρία ενός εγκληματία όπως ο Ξηρός, στο νοσοκομείο που νοσηλεύθηκε, και δεν σε ενδιαφέρει το βίωμα του ανθρώπου που του δολοφόνησαν τον πατέρα;». Εύλογη η ερώτηση, αλλά τόσο πεπλανημένη όσο η παρατήρηση σε ένα ζωόφιλο γιατί νοιάζεται περισσότερο για τις γάτες από τους ανθρώπους που υποφέρουν. Σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν υπάρχει προκαθορισμένη ιεραρχία στις ανθρώπινες ευαισθησίες. Στην τέχνη διερευνώνται, δυνητικά, όλες οι ανθρώπινες εμπειρίες. Στους πολιτικούς θεσμούς, αντιθέτως, ιεραρχούμε τις εμπειρίες μας: ο αποτροπιασμός που μας προκαλεί η δολοφονία μας κάνει να θέλουμε να αποδοθεί δικαιοσύνη, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τα βιώματα του δολοφόνου.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία γνωρίζουμε ότι, σε τελική ανάλυση, δεν γνωρίζουμε: ξέρουμε ότι πάντα κάτι ίσως μας διαφεύγει και γι αυτό θέτουμε το Σωκρατικό ερώτημα: πράττουμε ορθά; Είμαστε αυτό που πρέπει να είμαστε; Πράξαμε ορθά ως κράτος δικαίου στον τρόπο που ανακρίναμε στο νοσοκομείο τον τρομοκράτη-δολοφόνο Ξηρό; Η «Ισορροπία του Nash» έθεσε δραματουργικά το ερώτημα.

Στην ελεύθερη κοινωνία δημιουργούμε θεσμούς (και) για να μας θέτουν ενοχλητικά ερωτήματα. Οι αυθεντικά φιλελεύθεροι είναι πρόθυμοι να χρηματοδοτούν με τους φόρους τους θεσμούς-«αλογόμυγες» ακριβώς γιατί, εμπνεόμενοι από το Σωκρατικό παράδειγμα, δεν εμπιστεύονται πλήρως το συλλογικό τους εαυτό και θέλουν να τον αποτρέψουν από το να διαπράξει, έστω αθέλητα, κάτι «άδικο και ανόσιο». Ως φιλελεύθεροι πολίτες αμφιβάλλουμε υγιώς για τα αγαθά κίνητρα των κρατικών μας οργάνων, δεν είμαστε βέβαιοι ότι η πολιτεία μας υπηρετεί πάντοτε τη δικαιοσύνη, και γι αυτό επιμένουμε να ρωτάμε: «πράττουμε ορθά;». Μόνο μια ελεύθερη κοινωνία μπορεί να συζητήσει αυτό το ερώτημα, μόνο μια φιλελεύθερη δημοκρατία ενδιαφέρεται να εγκύψει στην εμπειρία ενός εγκληματία, μόνο ένας φιλ-ελεύθερος δέχεται να πληρώνει για να τον ενοχλούν.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ – ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟ


Καθώς η συζήτηση για το μάθημα των Θρησκευτικών αναζωπύρωσε, έστω και φευγαλέα, το πάντοτε υπαρκτό, αν και υποβόσκον, ενδιαφέρον μας για μεταφυσικά θέματα, ιδού μερικά παραθέματα/αφορισμοί του αγαπημένου μου φιλόσοφου Ludwig Wittgenstein:

"We feel that even when all possible scientific questions have been answered, the problems of life remain completely untouched. Of course there are then no questions left, and this itself is the answer" (Tractatus, 6.52)

«Τhe sense of the world must lie outside the world. In the world everything is as it is, and everything happens as it does happen: in it no value exists – and if it did exist, it would have no value” (Tractatus, 6.41).

“Feeling the world as a limited whole – it is this that is mystical;” (Tractatus, 6.45)

“What do I know about God and the purpose of life? I know that this world exists. That I am placed in it like my eye in its visual field. That something about it is problematic, which we call its meaning. This meaning does not lie in it but outside of it. That life is the world. That my will penetrates the world. That my will is good or evil. Therefore that good and evil are somehow connected with the meaning of the world. The meaning of life, i.e. the meaning of the world, we can call God

“To believe in a God means to see that the facts of the world are not the end of the matter. To believe in God means to see that life has a meaning” (Notebooks, 1914-1916).

“I am not a religious man but I cannot help seeing every problem from a religious point of view” (in conversation with Mr Drury).